Η διαμεσολάβηση είναι ένας εναλλακτικός τρόπος επίλυσης διαφορών ιδιωτικού δικαίου με βασικά χαρακτηριστικά την εμπιστευτικότητα και την ιδιωτική αυτονομία, στην οποία δύο ή περισσότερα μέρη επιχειρούν εκουσίως, καλόπιστα και με συναλλακτική ευθύτητα, να επιλύσουν με συμφωνία μία διαφορά τους με τη βοήθεια διαμεσολαβητή.
Ως θεσμός η διαμεσολάβηση θεσπίστηκε με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2008/52 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, με την οποία ορίσθηκε ότι τα Κράτη Μέλη οφείλουν να εισάγουν, στο εσωτερικό Δίκαιό τους, την διαμεσολάβηση σχετικά με αστικές και εμπορικές διασυνοριακές διαφορές, το αργότερο μέχρι τη 21η Μαΐου 2011. Στην Ελλάδα, η διαμεσολάβηση εισήχθη με τον Ν. 3898/16.12.2011 (ο οποίος εν συνεχεία αντικαταστάθηκε με διατάξεις του Νόμου 4512/2018). Από το έτος 2019, η Διαμεσολάβηση διέπεται από τον Νόμο 4640/2019, ως ισχύει.
«α) Οι οικογενειακές διαφορές, εκτός από αυτές των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄ της παραγράφου 1 καθώς και εκείνες της παραγράφου 2 του άρθρου 592 Κ.Πολ.Δ
β) Οι διαφορές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία και υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και Πολυμελούς Πρωτοδικείου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
γ) Οι διαφορές για τις οποίες σε έγγραφη συμφωνία των μερών προβλέπεται και είναι σε ισχύ ρήτρα διαμεσολάβησης.
Στις ανωτέρω περιπτώσεις για το παραδεκτό της συζήτησης της αγωγής που τυχόν θα ασκηθεί, κατατίθεται μαζί με τις προτάσεις της συζήτησης της υπόθεσης πρακτικό της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης. 2. Εξαιρούνται από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης της παραγράφου 1 οι διαφορές στις οποίες διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. 3. Η προσφυγή των μερών στη δικαστική μεσολάβηση δεν απαλλάσσει τα μέρη από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης.»
Η διαδικασία της διαμεσολάβησης ξεκινά συνήθως με μια κοινή συνάντηση του διαμεσολαβητή με τα μέρη και τους νομικούς τους παραστάτες, τα οποία, αφού ενημερωθούν αναλυτικά από τον διαμεσολαβητή για την όλη διαδικασία, παρουσιάζουν τις απόψεις τους σχετικά με την μεταξύ τους διαφορά. Εν συνεχεία ακολουθούν είτε κοινές είτε ιδιωτικές συναντήσεις μεταξύ του διαμεσολαβητή και του κάθε μέρους, προκειμένου αυτός να βοηθήσει τα μέρη να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Στο τέλος της διαδικασίας ο διαμεσολαβητής συντάσσει πρακτικό επίτευξης ή μη επίτευξης συμφωνίας, ανάλογα με το αν θα καταλήξουν ή όχι τα μέρη σε επίλυση της διαφοράς τους. Τα μέρη παρίστανται στη διαδικασία της διαμεσολάβησης υποχρεωτικά με τους νομικούς τους παραστάτες, οι οποίοι τους παρέχουν νομικές συμβουλές, τους συνδράμουν σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας και συντάσσουν την τελική συμφωνία, στην οποία θα καταλήξουν τα μέρη. Το πρακτικό επίτευξης συμφωνίας περιλαμβάνει, εκτός των άλλων στοιχείων, τη συμφωνία επίλυσης και υπογράφεται από όλους τους συμμετέχοντες στη διαδικασία, μπορεί δε να κατατεθεί στη γραμματεία του αρμόδιου Πρωτοδικείου, αν κάποιο από τα μέρη το ζητήσει, ώστε να αποτελεί και εκτελεστό τίτλο.
Το γραφείο μας είναι απόλυτα εξοικειωμένο με την διαδικασία της διαμεσολάβησης και παρέχει υπηρεσίες διαμεσολάβησης με υπευθυνότητα και εμπιστοσύνη. Επικοινωνήστε μαζί μας για να σας γνωρίσουμε καλύτερα το θεσμό της διαμεσολάβησης, τον πλέον σύγχρονο τρόπο εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών.